Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Assertion
01
ισχυρισμός, βεβαίωση
a confident and forceful statement of fact or belief
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
assertions
Παραδείγματα
The editor questioned the accuracy of the author 's assertion in the article.
Ο συντάκτης αμφέβαλλε για την ακρίβεια της διεκδίκησης του συγγραφέα στο άρθρο.
02
ισχυρισμός, δήλωση
the act of claiming something or declaring something to be true
Λεξικό Δέντρο
reassertion
assertion
assert



























