Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mark down
01
μειώνω την τιμή, κατεβάζω την τιμή
to lower the price of something, often temporarily
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
mark
ενεστώτας
mark down
γ΄ ενικό πρόσωπο
marks down
ενεστώτα μετοχή
marking down
απλός αόριστος
marked down
παθητική μετοχή
marked down
Παραδείγματα
The store marked down the price of the jeans by 50%.
Το κατάστημα μείωσε την τιμή του τζιν κατά 50%.
02
καταγράφω, σημειώνω
to record or note something for future reference or action
Παραδείγματα
The teacher marked down the important points from the lecture for the students to review.
Ο δάσκαλος κατέγραψε τα σημαντικά σημεία από τη διάλεξη για να τα επανεξετάσουν οι μαθητές.
03
μειώνω τη βαθμολογία, αφαιρώ πόντους
to lower a score or assessment given to someone in an exam, etc. due to errors or shortcomings
Dialect
British
Παραδείγματα
The teacher marked down his essay for poor grammar.
Ο δάσκαλος μείωσε τη βαθμολογία της έκθεσής του λόγω κακής γραμματικής.



























