maritime
ma
ˈmæ
μαι
ri
ρι
time
taɪm
ταιμ

Ορισμός και σημασία του "maritime"στα αγγλικά

01

ναυτικός, θαλάσσιος

related to navigation on sea, ships, sailors, etc. 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
navigation, sea, transport
02

ναυτικός, παραθαλάσσιος

positioned near the sea or the ocean 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store