marital
ma
ˈmæ
ri
ri
tal
təl
tēl
martial

Ορισμός και σημασία του "marital"στα αγγλικά

01

γαμήλιος, σχετικός με τη σχέση των συζύγων

related to marriage or the relationship between spouses 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They attended marital counseling to address conflicts in their relationship. 

Πήραν μέρος σε γαμήλια συμβουλευτική για να αντιμετωπίσουν τις συγκρούσεις στη σχέση τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store