Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Marinade
01
μαρινάδα, αλάτισμα
a mixtures of oil, spices, vinegar or wine in which food, especially meat or fish, is left to become softer or be flavored before cooking
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
marinades
Παραδείγματα
They let the steak sit in the marinade overnight to enhance its tenderness and flavor.
Άφησαν το μπριζόλα να κάτσει στη μαρινάδα όλη τη νύχτα για να ενισχύσει την τρυφερότητα και τη γεύση του.
to marinade
01
μαρινάρω, βγάζω σε μαρινάδα
to leave food in a seasoned liquid, typically containing oil, vinegar, herbs, and spices, to enhance its flavor and tenderness before cooking
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
marinade
γ΄ ενικό πρόσωπο
marinades
ενεστώτα μετοχή
marinading
απλός αόριστος
marinaded
παθητική μετοχή
marinaded
Παραδείγματα
He marinades the chicken in a flavorful blend of herbs and spices to enhance its taste.
Αυτός μαρινάρει το κοτόπουλο σε μια γευστική μείξη βοτάνων και μπαχαρικών για να ενισχύσει τη γεύση του.



























