Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to malinger
01
προσποιούμαι ασθένεια, προσποιούμαι ότι είμαι άρρωστος
to fake illness in order to skip working or doing one's duties
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
malinger
γ΄ ενικό πρόσωπο
malingers
ενεστώτα μετοχή
malingering
απλός αόριστος
malingered
παθητική μετοχή
malingered
Παραδείγματα
Athletes risk being accused of malingering if injuries seem suspicious or prevent tournament play.
Οι αθλητές κινδυνεύουν να κατηγορηθούν για προσομοίωση εάν οι τραυματισμοί φαίνονται ύποπτοι ή εμποδίζουν τη συμμετοχή στο τουρνουά.



























