Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
maddening
01
εκνευριστικός, ενοχλητικός
causing intense frustration or irritation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most maddening
συγκριτικός βαθμός
more maddening
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The puzzle was so difficult it became maddening after a while.
Το παζλ ήταν τόσο δύσκολο που έγινε εκνευριστικό μετά από λίγο.
Λεξικό Δέντρο
maddening
madden
mad



























