Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to madden
01
θυμώνω, εκνευρίζω
to make someone angry
Transitive: to madden sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
madden
γ΄ ενικό πρόσωπο
maddens
ενεστώτα μετοχή
maddening
απλός αόριστος
maddened
παθητική μετοχή
maddened
Παραδείγματα
The persistent delays have maddened her.
Οι συνεχείς καθυστερήσεις την έκαναν τρελή.
02
εξοργίζω, τρελαίνω
to behave or react in a way that shows intense anger or madness
Intransitive
Παραδείγματα
As the argument continued, he began to madden and lose his temper.
Καθώς η συζήτηση συνεχιζόταν, άρχισε να εκνευρίζεται και να χάνει την ψυχραιμία του.
03
τρελαίνω, εξοργίζω
to drive someone to a state of insanity or extreme mental agitation
Transitive: to madden sb
Παραδείγματα
By the time they intervened, the isolation had already maddened him beyond reason.
Μέχρι να επέμβουν, η απομόνωση τον είχε ήδη τρελάνει πέρα από κάθε λογική.
Λεξικό Δέντρο
maddened
maddening
madden
mad



























