Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to madden
01
θυμώνω, εκνευρίζω
to make someone angry
Transitive: to madden sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
madden
γ΄ ενικό πρόσωπο
maddens
ενεστώτα μετοχή
maddening
απλός αόριστος
maddened
παθητική μετοχή
maddened
Παραδείγματα
The constant noise from the construction site maddened the residents.
Ο συνεχής θόρυβος από το εργοτάξιο έκανε έξαλλους τους κατοίκους.
02
εξοργίζω, τρελαίνω
to behave or react in a way that shows intense anger or madness
Intransitive
Παραδείγματα
Seeing the injustice done to her friend made her madden with rage.
Βλέποντας την αδικία που έγινε στον φίλο της, την έκανε να τρελαθεί από θυμό.
03
τρελαίνω, εξοργίζω
to drive someone to a state of insanity or extreme mental agitation
Transitive: to madden sb
Παραδείγματα
The relentless whispers in the haunted house madden visitors, instilling a sense of dread.
Οι αμείλικτοι ψίθυροι στο στοιχειωμένο σπίτι τρελαίνουν τους επισκέπτες, εγκαθιστώντας ένα αίσθημα τρόμου.
Λεξικό Δέντρο
maddened
maddening
madden
mad



























