Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
loudly
Παραδείγματα
Children shouted loudly while playing in the park.
Τα παιδιά φώναζαν δυνατά ενώ έπαιζαν στο πάρκο.
02
δυνατά, έντονα
in a strong or forceful manner to express opinions or feelings
Παραδείγματα
She loudly declared her support for the candidate.
Ανακοίνωσε δυνατά την υποστήριξή της για τον υποψήφιο.
Λεξικό Δέντρο
loudly
loud



























