Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lotto
01
λόττο, λαχείο
a game of chance in which players try to match their numbered cards with the card they pulled out of a container
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lottos
02
λόττο, λαχείο
*** a lottery



























