loudmouth
loud
ˈlaʊd
λαουντ
mouth
ˌmaʊθ
μαουθ

Ορισμός και σημασία του "loudmouth"στα αγγλικά

01

φλύαρος, κομπαστής

an obnoxious and overly talkative person who speaks loudly and often without restraint 
loudmouth definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
loudmouths
Παραδείγματα
The bar had to kick out that loudmouth who was shouting over everyone else's conversations. 

Το μπαρ έπρεπε να διώξει εκείνον τον φλύαρο που φώναζε πάνω από τις συζητήσεις των άλλων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

loudmouth

loud

+

mouth

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store