Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to live out
01
ζω έξω, κατοικώ έξω
to live in a location separate from one's primary place of activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
live
ενεστώτας
live out
γ΄ ενικό πρόσωπο
lives out
ενεστώτα μετοχή
living out
απλός αόριστος
lived out
παθητική μετοχή
lived out
Παραδείγματα
The student lived out in a nearby apartment complex rather than staying in the university dorms.
Ο φοιτητής ζούσε έξω σε ένα κοντινό συγκρότημα διαμερισμάτων αντί να μείνει στα πανεπιστημιακά dormitory.
02
ζω μέχρι το τέλος, περάσει το υπόλοιπο της ζωής του
to continue living in a certain way until the end of one's life
Παραδείγματα
He lived his days out in peace and contentment, surrounded by loved ones.
Έζησε τις μέρες του σε ειρήνη και ικανοποίηση, περιβαλλόμενος από αγαπημένα πρόσωπα.
03
πραγματοποιώ, ζω
to make one's dreams and aspirations a reality
Παραδείγματα
The entrepreneur lived their business vision out by launching a successful startup company.
Ο επιχειρηματίας έζησε το επιχειρηματικό του όραμα με την επιτυχημένη έναρξη μιας νεοφυούς επιχείρησης.



























