live out
live
laɪv
λαιβ
out
aʊt
αουτ
/lˈaɪv ˈaʊt/

Ορισμός και σημασία του "live out"στα αγγλικά

to live out
[phrase form: live]
01

ζω έξω, κατοικώ έξω

to live in a location separate from one's primary place of activity
to live out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
live
ενεστώτας
live out
γ΄ ενικό πρόσωπο
lives out
ενεστώτα μετοχή
living out
απλός αόριστος
lived out
παθητική μετοχή
lived out
Παραδείγματα
The doctor lived out in the countryside, providing medical care to rural communities.
Ο γιατρός ζούσε μακριά στην ύπαιθρο, παρέχοντας ιατρική περίθαλψη σε αγροτικές κοινότητες.
02

ζω μέχρι το τέλος, περάσει το υπόλοιπο της ζωής του

to continue living in a certain way until the end of one's life
Παραδείγματα
The old man lived out his final years with dignity and grace, cherishing the memories of a life well-lived.
Ο γέρος έζησε τα τελευταία του χρόνια με αξιοπρέπεια και χάρη, λατρεύοντας τις αναμνήσεις μιας καλά ζωής.
03

πραγματοποιώ, ζω

to make one's dreams and aspirations a reality
Παραδείγματα
The aspiring writer lived their literary aspirations out by publishing their debut novel.
Ο επίδοξος συγγραφέας έζησε τις λογοτεχνικές του φιλοδοξίες εκδίδοντας το ντεμπούτο μυθιστόρημά του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store