Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to litigate
01
εκδικηθεί με δικαστικά μέσα, καταφεύγω στη δικαιοσύνη
to initiate legal action against another party or person
Intransitive
Παραδείγματα
He chose to litigate rather than settle the matter out of court.
Επέλεξε να καταθέσει αγωγή παρά να διευθετήσει το θέμα εκτός δικαστηρίου.
02
διεκδικώ δικαστικά, ασκώ δικαστική διαδικασία
to actively participate in legal proceedings, such as engaging in a legal debate within a court of law
Transitive: to litigate a case
Intransitive: to litigate against sb
Παραδείγματα
They are preparing to litigate the case in federal court.
Ετοιμάζονται να διεκδικήσουν την υπόθεση στο ομοσπονδιακό δικαστήριο.
Λεξικό Δέντρο
litigation
litigator
litigious
litigate
litig



























