limited
Pronunciation
/ˈlɪmɪtɪd/

Ορισμός και σημασία του "limited"στα αγγλικά

01

περιορισμένος, περιορισμένος

very little in quantity or amount
limited definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most limited
συγκριτικός βαθμός
more limited
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The limited number of seats at the concert made tickets highly sought after.
Ο περιορισμένος αριθμός θέσεων στο συναυλία έκανε τα εισιτήρια πολύ περιζήτητα.
02

περιορισμένος, περιορισμένος

restricted in scope, extent, or degree
limited definition and meaning
Παραδείγματα
The team ’s limited preparation time significantly hindered their progress.
Ο περιορισμένος χρόνος προετοιμασίας της ομάδας εμπόδισε σημαντικά την πρόοδό τους.
03

περιορισμένος

including only a part
04

περιορισμένος

not unlimited
05

περιορισμένος, μετριοπαθής

not excessive
06

περιορισμένος, μετριόφρων

mediocre
07

περιορισμένος, περιορισμένος σε εμβέλεια

having a specific function or scope
01

εξπρές

public transport consisting of a fast train or bus that makes only a few scheduled stops
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
limiteds
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store