Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
limited
01
περιορισμένος, περιορισμένος
very little in quantity or amount
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most limited
συγκριτικός βαθμός
more limited
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Our budget for the project is limited, so we need to be mindful of our expenses.
Ο προϋπολογισμός μας για το έργο είναι περιορισμένος, οπότε πρέπει να είμαστε προσεκτικοί με τις δαπάνες μας.
02
περιορισμένος, περιορισμένος
restricted in scope, extent, or degree
Παραδείγματα
The hotel offers limited amenities compared to larger resorts.
Το ξενοδοχείο προσφέρει περιορισμένες παροχές σε σύγκριση με μεγαλύτερα θέρετρα.
03
περιορισμένος
including only a part
04
περιορισμένος
not unlimited
05
περιορισμένος, μετριοπαθής
not excessive
06
περιορισμένος, μετριόφρων
mediocre
07
περιορισμένος, περιορισμένος σε εμβέλεια
having a specific function or scope
Limited
01
εξπρές
public transport consisting of a fast train or bus that makes only a few scheduled stops
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
limiteds
Λεξικό Δέντρο
delimited
unlimited
limited
limit



























