limelight
lime
ˈlaɪm
laim
light
laɪt
lait

Ορισμός και σημασία του "limelight"στα αγγλικά

01

προβολέας, φως της πίστας

a bright, focused light produced by a lamp, formerly used in theaters and other performance venues for stage lighting 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
limelights
Παραδείγματα
In the 19th century, theaters used limelight to highlight key performers on stage. 

Τον 19ο αιώνα, τα θέατρα χρησιμοποιούσαν το φως της σόδας για να τονίσουν τους κύριους ερμηνευτές στη σκηνή.

02

πρωταγωνιστική θέση, στο επίκεντρο

the center of public attention or interest 
Παραδείγματα
His bold speech put him in the limelight overnight. 

Ο τολμηρός λόγος του τον έβαλε στο επίκεντρο μέσα σε μια νύχτα.

Λεξικό Δέντρο

limelight

lime

+

light

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store