lime
lime
laɪm
laim
timemimedimerime

Ορισμός και σημασία του "lime"στα αγγλικά

01

μούρο, πράσινο λεμόνι

a round green fruit with a sour taste 
lime definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
limes
Παραδείγματα
Limes have a tangier taste compared to lemons. 

Τα λάιμ έχουν πιο ξινή γεύση σε σύγκριση με τα λεμόνια.

02

άσβεστος, ζωντανός άσβεστος

a white or gray powder made by heating certain types of rocks and is commonly used in building materials, making soil less acidic, or treating water 
Παραδείγματα
Lime was added to the soil to help crops grow better. 

Προστέθηκε άσβεστος στο έδαφος για να βοηθήσει τις καλλιέργειες να αναπτυχθούν καλύτερα.

03

φλαμουριά, φλαμουριά με μεγάλα φύλλα

a large tree with heart-shaped leaves and yellow flowers 
Παραδείγματα
An avenue of limes shaded the street. 

Μια λεωφόρος από φλαμουριές σκίαζε το δρόμο.

to lime
01

ασβεστώνω, καλύπτω με ασβέστη

cover with lime so as to induce growth 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lime
γ΄ ενικό πρόσωπο
limes
ενεστώτα μετοχή
liming
απλός αόριστος
limed
παθητική μετοχή
limed
02

αλείφω κλαδιά με κόλλα για να πιάσω πουλιά, εφαρμόζω κόλλα

spread birdlime on branches to catch birds 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store