lightlessness
light
ˈlaɪt
lait
less
ləs
lēs
ness
nəs
nēs
listlessnesslimitlessness

Ορισμός και σημασία του "lightlessness"στα αγγλικά

01

απουσία φωτός, σκοτάδι

the state of having no light 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The lightlessness of the cave made it impossible to see anything without a strong flashlight. 

Η έλλειψη φωτός του σπηλαίου έκανε αδύνατο να δει κανείς οτιδήποτε χωρίς ένα ισχυρό φακό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store