Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
legion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
quantity, evaluation
Παραδείγματα
His contributions to the project were legion and indispensable.
Οι συνεισφορές του στο έργο ήταν λεγεώνα και απαραίτητες.
Legion
01
λεγεώνα
an old-fashioned term for referring to army
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
legions
02
λεγεώνα, πλήθος
a large group or number of people or things
Παραδείγματα
A legion of fans gathered outside the stadium to meet their favorite singer.
Μια λεγεώνα οπαδών συγκεντρώθηκε έξω από το στάδιο για να συναντήσει τον αγαπημένο τους τραγουδιστή.
03
λεγεώνα
a large military unit
04
λεγεώνα, ένωση αποστράτων
association of ex-servicemen
LanGeek



























