legion
le
ˈli:
li
gion
ʤən
jēn
logionlesion

Ορισμός και σημασία του "legion"στα αγγλικά

01

πολυάριθμοι, αμέτρητοι

existing in large numbers 
legion definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His contributions to the project were legion and indispensable. 

Οι συνεισφορές του στο έργο ήταν λεγεώνα και απαραίτητες.

01

λεγεώνα

an old-fashioned term for referring to army 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
legions
02

λεγεώνα, πλήθος

a large group or number of people or things 
Παραδείγματα
A legion of fans gathered outside the stadium to meet their favorite singer. 

Μια λεγεώνα οπαδών συγκεντρώθηκε έξω από το στάδιο για να συναντήσει τον αγαπημένο τους τραγουδιστή.

03

λεγεώνα

a large military unit 
04

λεγεώνα, ένωση αποστράτων

association of ex-servicemen 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store