legible
le
ˈlɛ
le
gi
ʤɪ
ji
ble
bəl
bēl

Ορισμός και σημασία του "legible"στα αγγλικά

01

ευανάγνωστος, σαφής

(of a piece of writing) capable of being read or easily understood 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most legible
συγκριτικός βαθμός
more legible
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The teacher praised her for her legible handwriting. 

Ο δάσκαλος την επαίνεσε για την ευανάγνωστη γραφή της.

Λεξικό Δέντρο

illegible
legibility
legibly
legible
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store