Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
legible
01
ευανάγνωστος, σαφής
(of a piece of writing) capable of being read or easily understood
Παραδείγματα
She rewrote the report to make it more legible for her colleagues.
Ξαναέγραψε την αναφορά για να την κάνει πιο ευανάγνωστη για τους συναδέλφους της.
Λεξικό Δέντρο
illegible
legibility
legibly
legible



























