Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
legible
01
ευανάγνωστος, σαφής
(of a piece of writing) capable of being read or easily understood
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most legible
συγκριτικός βαθμός
more legible
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
writing, clarity, perception
Παραδείγματα
The teacher praised her for her legible handwriting.
Ο δάσκαλος την επαίνεσε για την ευανάγνωστη γραφή της.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
illegible
legibility
legibly
legible



























