Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Leeway
01
περιθώριο ελιγμών, ευελιξία
the amount of freedom or flexibility allowed within certain limits or boundaries
Παραδείγματα
The teacher gave the students some leeway in how they completed the assignment.
Ο δάσκαλος έδωσε στους μαθητές κάποια ευελιξία στον τρόπο που ολοκλήρωσαν την εργασία.
02
πλευρική παρέκκλιση, περιθώριο παρέκκλισης
(of a ship or plane) sideways drift



























