Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Leeway
01
περιθώριο ελιγμών, ευελιξία
the amount of freedom or flexibility allowed within certain limits or boundaries
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The manager gave us some leeway to adjust the project deadlines.
Ο διαχειριστής μας έδωσε κάποια ευελιξία για να προσαρμόσουμε τις προθεσμίες του έργου.
02
πλευρική παρέκκλιση, περιθώριο παρέκκλισης
(of a ship or plane) sideways drift



























