Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lay up
01
καθηλώνω στο κρεβάτι, αναγκάζω να μείνει στο κρεβάτι
(of an illness or injury) to confine someone to bed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
lay
ενεστώτας
lay up
γ΄ ενικό πρόσωπο
lays up
ενεστώτα μετοχή
laying up
απλός αόριστος
laid up
παθητική μετοχή
laid up
Παραδείγματα
My friend was laid up with a broken leg for several weeks.
Ο φίλος μου κλινήρης με ένα σπασμένο πόδι για αρκετές εβδομάδες.
02
κάνει ένα layup, σκοράρει τοποθετώντας απαλά την μπάλα στον πίνακα
(in basketball) to score two points by gently placing the ball off the backboard with one hand
Παραδείγματα
LeBron James can lay up from anywhere on the court.
Ο LeBron James μπορεί να κάνει layup από οπουδήποτε στο γήπεδο.
03
συσσωρεύω, αποταμιεύω
to accumulate something for future use
Παραδείγματα
I'm trying to lay up some money for a down payment on a house.
Προσπαθώ να αποταμιεύσω λίγα χρήματα για μια προκαταβολή για ένα σπίτι.
04
συσσωρεύω προβλήματα, δημιουργώ προβλήματα για τον εαυτό μου
to create future problems for oneself
Παραδείγματα
If you don't start studying for your exams, you're just laying up problems for yourself.
Αν δεν αρχίσεις να μελετάς για τις εξετάσεις σου, απλώς συσσωρεύεις προβλήματα για τον εαυτό σου.
05
αποθηκεύω, απενεργοποιώ
to deactivate a ship or vehicle for storage or repair
Παραδείγματα
The aircraft carrier was laid up for maintenance after it returned from a long deployment.
Το αεροπλανοφόρο αποσύρθηκε για συντήρηση μετά την επιστροφή του από μια μεγάλη αποστολή.



























