Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lay up
[phrase form: lay]
01
καθηλώνω στο κρεβάτι, αναγκάζω να μείνει στο κρεβάτι
(of an illness or injury) to confine someone to bed
Παραδείγματα
The employee laid up at home with a case of the flu.
Ο εργαζόμενος κλινήρης στο σπίτι με μια περίπτωση γρίπης.
02
κάνει ένα layup, σκοράρει τοποθετώντας απαλά την μπάλα στον πίνακα
(in basketball) to score two points by gently placing the ball off the backboard with one hand
Παραδείγματα
Giannis Antetokounmpo laid the ball up with his left hand while being fouled hard.
Ο Γιάννης Αντετοκούνμπο έβαλε την μπάλα με το αριστερό του χέρι ενώ φάουλάρθηκε σκληρά.
03
συσσωρεύω, αποταμιεύω
to accumulate something for future use
04
συσσωρεύω προβλήματα, δημιουργώ προβλήματα για τον εαυτό μου
to create future problems for oneself
05
αποθηκεύω, απενεργοποιώ
to deactivate a ship or vehicle for storage or repair
Παραδείγματα
The car collector is laying some of his classic cars up until he can restore them.
Ο συλλέκτης αυτοκινήτων αποθηκεύει μερικά από τα κλασικά του αυτοκίνητα μέχρι να μπορέσει να τα αναστηλώσει.



























