Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lax
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
laxest
συγκριτικός βαθμός
laxer
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
discipline, rules, behavior
Παραδείγματα
The lax security measures at the airport raised concerns about potential breaches.
Οι χαλαρές μέτρα ασφαλείας στο αεροδρόμιο έθεσαν ανησυχίες σχετικά με πιθανές παραβιάσεις.
Παραδείγματα
The lax grip on the rope caused it to slip from his hands.
Η χαλαρή λαβή στο σχοινί προκάλεσε την ολίσθησή του από τα χέρια του.
03
χαλαρός, αποτεταμένος
(of speech sounds or pronunciation) produced with relatively relaxed muscle tension
Παραδείγματα
The vowel in "sit" is a lax sound compared to the tense vowel in "seat."
Το φωνήεν στο "sit" είναι ένας χαλαρός ήχος σε σύγκριση με το τεντωμένο φωνήεν στο "seat".
Παραδείγματα
After eating, he had lax bowels and felt uncomfortable.
Μετά το φαγητό, είχε χαλαρά κόπρανα και αισθάνθηκε άβολα.
Lax
01
λάκρος
a team sport where players use a stick with a net to catch, carry, and shoot a ball into the opponent's goal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
I wore pads and a helmet whenever I played lax.
Φορούσα προστατευτικά και κράνος κάθε φορά που έπαιζα λακρός.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
laxation
laxative
laxity
lax



























