lax
lax
læks
lāks
faxpaxsaxwax

Ορισμός και σημασία του "lax"στα αγγλικά

01

χαλαρός, όχι αυστηρός

showing a tendency to be less strict about rules or discipline 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
laxest
συγκριτικός βαθμός
laxer
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The lax security measures at the airport raised concerns about potential breaches. 

Οι χαλαρές μέτρα ασφαλείας στο αεροδρόμιο έθεσαν ανησυχίες σχετικά με πιθανές παραβιάσεις.

02

χαλαρός, αδύναμος

lacking physical firmness or strength 
Παραδείγματα
The lax grip on the rope caused it to slip from his hands. 

Η χαλαρή λαβή στο σχοινί προκάλεσε την ολίσθησή του από τα χέρια του.

03

χαλαρός, αποτεταμένος

(of speech sounds or pronunciation) produced with relatively relaxed muscle tension 

wide

Παραδείγματα
The vowel in "sit" is a lax sound compared to the tense vowel in "seat." 

Το φωνήεν στο "sit" είναι ένας χαλαρός ήχος σε σύγκριση με το τεντωμένο φωνήεν στο "seat".

04

χαλαρός, ανοικτός

having loose bowels, often referring to diarrhea or frequent, soft stools 
Παραδείγματα
After eating, he had lax bowels and felt uncomfortable. 

Μετά το φαγητό, είχε χαλαρά κόπρανα και αισθάνθηκε άβολα.

01

λάκρος

a team sport where players use a stick with a net to catch, carry, and shoot a ball into the opponent's goal 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
I wore pads and a helmet whenever I played lax. 

Φορούσα προστατευτικά και κράνος κάθε φορά που έπαιζα λακρός.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store