Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lavishly
01
πολυτελώς, μεγαλοπρεπώς
in a grand or luxurious way that often involves great expense
Παραδείγματα
The couple honeymooned lavishly in a private villa in the Maldives.
Το ζευγάρι πέρασε το μήνα του μέλιτος πολυτελώς σε μια ιδιωτική βίλα στα Μαλδίβες.
02
γενναιόδωρα, άφθονα
in a way that provides something in large, generous, or abundant amounts
Παραδείγματα
The meal was lavishly prepared with a variety of rich ingredients.
Το γεύμα παρασκευάστηκε πολυτελώς με μια ποικιλία πλούσιων συστατικών.
Λεξικό Δέντρο
lavishly
lavish



























