Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
laughable
Παραδείγματα
His dance moves at the party were laughable, and everyone couldn't stop laughing.
Οι χορευτικές του κινήσεις στο πάρτι ήταν γελοίες, και όλοι δεν μπορούσαν να σταματήσουν να γελούν.
02
γελοίος, αστείος
so absurd or ridiculous that it provokes laughter
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most laughable
συγκριτικός βαθμός
more laughable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His attempt at singing was so off-key that it was laughable.
Η προσπάθειά του να τραγουδήσει ήταν τόσο παράφωνη που ήταν γελοία.
Λεξικό Δέντρο
laughably
laughable
laugh



























