Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
laughable
Παραδείγματα
The situation was so ridiculous, it became laughable after a few minutes.
Η κατάσταση ήταν τόσο γελοία που έγινε γελοία μετά από λίγα λεπτά.
02
γελοίος, αστείος
so absurd or ridiculous that it provokes laughter
Παραδείγματα
The professor 's attempt to imitate a famous actor was so bad that it was laughable.
Η προσπάθεια του καθηγητή να μιμηθεί έναν διάσημο ηθοποιό ήταν τόσο κακή που ήταν γελοία.
Λεξικό Δέντρο
laughably
laughable
laugh



























