laughing
lau
ˈlɑ:
laa
ghing
fɪng
fing
launching

Ορισμός και σημασία του "laughing"στα αγγλικά

01

γελαστός, χαρούμενος

showing amusement or happiness through the act of laughter or its expression 
laughing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most laughing
συγκριτικός βαθμός
more laughing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The laughing children ran around the park. 

Τα παιδιά που γελούσαν έτρεξαν γύρω από το πάρκο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store