lamb
lamb
læm
λαιμ
shamcramdamnwham

Ορισμός και σημασία του "lamb"στα αγγλικά

01

αρνί, αρνάκι

a young sheep, especially one that is under one year 
lamb definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lambs
Παραδείγματα
Mark's family owns a farm with several lambs. 

Η οικογένεια του Μαρκ κατέχει ένα αγρόκτημα με πολλά αρνιά.

02

αρνί, κρέας αρνιού

meat that is from a young sheep 
lamb definition and meaning
Παραδείγματα
The Easter celebration includes a traditional dish of roasted lamb, symbolizing rebirth and renewal. 

Η γιορτή του Πάσχα περιλαμβάνει ένα παραδοσιακό πιάτο ψητού αρνιού, που συμβολίζει την αναγέννηση και την ανανέωση.

03

αρνί, αθώος

a sweet innocent mild-mannered person (especially a child) 
3.1

αρνί, αθώος

a person easily deceived or cheated (especially in financial matters) 
to lamb
01

γεννώ αρνί, κουρδίζω

to give birth to a lamb, usually used in reference to sheep 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lamb
γ΄ ενικό πρόσωπο
lambs
ενεστώτα μετοχή
lambing
απλός αόριστος
lambed
παθητική μετοχή
lambed

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

lamblike
lamb
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store