Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lamb
01
αρνί, αρνάκι
a young sheep, especially one that is under one year
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lambs
Παραδείγματα
Mark's family owns a farm with several lambs.
Η οικογένεια του Μαρκ κατέχει ένα αγρόκτημα με πολλά αρνιά.
Παραδείγματα
The Easter celebration includes a traditional dish of roasted lamb, symbolizing rebirth and renewal.
Η γιορτή του Πάσχα περιλαμβάνει ένα παραδοσιακό πιάτο ψητού αρνιού, που συμβολίζει την αναγέννηση και την ανανέωση.
03
αρνί, αθώος
a sweet innocent mild-mannered person (especially a child)
3.1
αρνί, αθώος
a person easily deceived or cheated (especially in financial matters)
to lamb
01
γεννώ αρνί, κουρδίζω
to give birth to a lamb, usually used in reference to sheep
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lamb
γ΄ ενικό πρόσωπο
lambs
ενεστώτα μετοχή
lambing
απλός αόριστος
lambed
παθητική μετοχή
lambed
Λεξικό Δέντρο
lamblike
lamb



























