lamb
Pronunciation
/læm/

Ορισμός και σημασία του "lamb"στα αγγλικά

01

αρνί, αρνάκι

a young sheep, especially one that is under one year
lamb definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lambs
Παραδείγματα
We saw a cute lamb grazing in the meadow.
Είδαμε ένα χαριτωμένο αρνί να βόσκει στο λιβάδι.
02

αρνί, κρέας αρνιού

meat that is from a young sheep
lamb definition and meaning
Παραδείγματα
The butcher recommended lamb chops for grilling, offering tender and flavorful cuts of meat.
Ο κρεοπώλης συνέστησε μπριζόλες αρνιού για ψήσιμο, προσφέροντας τρυφερά και γευστικά κομμάτια κρέατος.
03

αρνί, αθώος

a sweet innocent mild-mannered person (especially a child)
3.1

αρνί, αθώος

a person easily deceived or cheated (especially in financial matters)
to lamb
01

γεννώ αρνί, κουρδίζω

to give birth to a lamb, usually used in reference to sheep
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lamb
γ΄ ενικό πρόσωπο
lambs
ενεστώτα μετοχή
lambing
απλός αόριστος
lambed
παθητική μετοχή
lambed

Λεξικό Δέντρο

lamblike
lamb
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store