Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lag
01
υστερώ, καθυστερώ
to fall behind in progress or development
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lag
γ΄ ενικό πρόσωπο
lags
ενεστώτα μετοχή
lagging
απλός αόριστος
lagged
παθητική μετοχή
lagged
Παραδείγματα
Despite the team's best efforts, progress on the project began to lag.
Παρά τις καλύτερες προσπάθειες της ομάδας, η πρόοδος του έργου άρχισε να υστερεί.
02
μονοώνω, τυλίγω
to cover or wrap a boiler, pipes, or similar items with material that helps retain heat
Transitive: to lag utilities
Παραδείγματα
They lagged the pipes to prevent heat from escaping during the winter.
Μόνωσαν τους σωλήνες για να αποτρέψουν την διαφυγή θερμότητας κατά τον χειμώνα.
03
συλλαμβάνω, κρατώ
to catch, arrest, or imprison someone
Transitive: to lag sb
Παραδείγματα
The police lagged the suspect after a long investigation.
Η αστυνομία συνέλαβε τον ύποπτο μετά από μακροχρόνια έρευνα.
Lag
01
καθυστέρηση, επιβράδυνση
the act of slowing down or falling behind
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02
σανίδα, λαβίδι
one of several thin slats of wood forming the sides of a barrel or bucket
Λεξικό Δέντρο
lagger
lagging
lagging
lag



























