lag
lag
læg
λαιγκ
/lˈæɡ/

Ορισμός και σημασία του "lag"στα αγγλικά

to lag
01

υστερώ, καθυστερώ

to fall behind in progress or development
Intransitive
to lag definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lag
γ΄ ενικό πρόσωπο
lags
ενεστώτα μετοχή
lagging
απλός αόριστος
lagged
παθητική μετοχή
lagged
Παραδείγματα
The manufacturing process lagged due to supply chain disruptions.
Η διαδικασία παραγωγής έμεινε πίσω λόγω διαταραχών στην αλυσίδα εφοδιασμού.
02

μονοώνω, τυλίγω

to cover or wrap a boiler, pipes, or similar items with material that helps retain heat
Transitive: to lag utilities
Παραδείγματα
They lagged the system ’s pipes as part of the building ’s energy upgrades.
Μόνωσαν τους σωλήνες του συστήματος ως μέρος των ενεργειακών αναβαθμίσεων του κτιρίου.
03

συλλαμβάνω, κρατώ

to catch, arrest, or imprison someone
Transitive: to lag sb
Παραδείγματα
He was lagged for his involvement in the robbery.
Συνελήφθη για τη συμμετοχή του στη ληστεία.
01

καθυστέρηση, επιβράδυνση

the act of slowing down or falling behind
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02

σανίδα, λαβίδι

one of several thin slats of wood forming the sides of a barrel or bucket
03

καθυστέρηση, διάστημα

the interval between two events, actions, or processes
Παραδείγματα
A time lag in delivery caused the order to arrive later than expected.
Μια καθυστέρηση στην παράδοση προκάλεσε την άφιξη της παραγγελίας αργότερα από το αναμενόμενο.

Λεξικό Δέντρο

lagger
lagging
lagging
lag
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store