ladykiller
la
ˈleɪ
λει
dy
di
ντι
ki
ˌkɪ
κι
ller
lɜr
λερρ
/lˈeɪdɪkˌɪlə/
lady killer
lady-killer

Ορισμός και σημασία του "ladykiller"στα αγγλικά

01

γυναικοκατακτητής, ντον Ζουάν

a sexually attractive man who is in the habit of seducing women
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ladykillers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store