Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to laden
01
αφαιρώ με ή σαν με κουτάλα, βγάζω με ή σαν με κουτάλα
remove with or as if with a ladle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
laden
γ΄ ενικό πρόσωπο
ladens
ενεστώτα μετοχή
ladening
απλός αόριστος
ladened
παθητική μετοχή
ladened
02
φορτώνω, γεμίζω
fill or place a load on
laden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most laden
συγκριτικός βαθμός
more laden
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The streets were laden with broken glass after the protest.
Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι από σπασμένα γυαλιά μετά τη διαδήλωση.
02
φορτωμένος, καταπονημένος
burdened psychologically or mentally
Λεξικό Δέντρο
ladened
laden



























