to laden
la
ˈleɪ
lei
den
dən
dēn
leadenladin

Ορισμός και σημασία του "laden"στα αγγλικά

to laden
01

αφαιρώ με ή σαν με κουτάλα, βγάζω με ή σαν με κουτάλα

remove with or as if with a ladle 
to laden definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
laden
γ΄ ενικό πρόσωπο
ladens
ενεστώτα μετοχή
ladening
απλός αόριστος
ladened
παθητική μετοχή
ladened
02

φορτώνω, γεμίζω

fill or place a load on 
to laden definition and meaning
01

φορτωμένος, γεμάτος

heavily filled or burdened with something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most laden
συγκριτικός βαθμός
more laden
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The room was laden with the scent of fresh paint. 

Το δωμάτιο ήταν γεμάτο με τη μυρωδιά της φρέσκιας μπογιάς.

02

φορτωμένος, καταπονημένος

burdened psychologically or mentally 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store