laddie
la
ˈlæ
ddie
di
di
caddiebaddiepaddydaddy

Ορισμός και σημασία του "laddie"στα αγγλικά

01

αγόρι, παιδί

an affectionate and informal term used to refer to a young boy 
laddie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
laddies
αρσενικό ενικό
laddie
θηλυκό ενικό
lassie
neutral form
child
Παραδείγματα
The proud father watched his laddie score his first goal in the soccer match. 

Ο περήφανος πατέρας παρακολούθησε τον μικρό του να σκοράρει το πρώτο του γκολ στο ποδοσφαιρικό αγώνα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store