labyrinthine
la
ˌlæ
by
rin
ˈrɪn
rin
thine
θaɪn
thain

Ορισμός και σημασία του "labyrinthine"στα αγγλικά

labyrinthine
01

λαβυρινθώδης, αιθουσαίος

relating to, affecting, or originating in the labyrinth, which is the intricate system of the inner ear 
εξειδικευμένο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Labyrinthine disorders can cause vertigo and balance problems. 

Οι λαβυρινθιακές διαταραχές μπορούν να προκαλέσουν ίλιγγο και προβλήματα ισορροπίας.

02

λαβυρινθώδης, πολύπλοκος

complicated or difficult to follow, like a maze 
αποδοκιμαστικό
επίσημο
Παραδείγματα
The plot of the mystery novel was so labyrinthine that readers struggled to follow all the twists and turns. 

Η πλοκή του μυστηρίου ήταν τόσο λαβυρινθώδης που οι αναγνώστες δυσκολεύτηκαν να ακολουθήσουν όλες τις ανατροπές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store