kooky
koo
ˈku:
koo
ky
ki
ki
spookykabuki

Ορισμός και σημασία του "kooky"στα αγγλικά

01

ιδιόμορφος, παράξενος

having odd or quirky characteristics 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
kookiest
συγκριτικός βαθμός
kookier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The artist had a kooky sense of style, always wearing mismatched clothes. 

Ο καλλιτέχνης είχε μια ιδιόμορφη αίσθηση στυλ, φορώντας πάντα αταίριαστα ρούχα.

Λεξικό Δέντρο

kooky
kook
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store