Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kopje
01
μικρός λόφος, μικρή υψομετρική διαφορά
a small hill rising up from the African veld
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
kopjes
LanGeek



























