kopje
kopj
ˈkɒp
kop
e
i
i
copykoppiekepicuppa

Ορισμός και σημασία του "kopje"στα αγγλικά

01

μικρός λόφος, μικρή υψομετρική διαφορά

a small hill rising up from the African veld 
kopje definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
kopjes

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store