korat
ko
ˈko:
κω
rat
ræt
ραιτ
/kˈɔːɹat/

Ορισμός και σημασία του "Korat"στα αγγλικά

01

Κοράτ, μια ράτσα οικιακής γάτας που προέρχεται από την Ταϊλάνδη

a domestic cat breed native to Thailand that is medium-built and bluish gray with an alert face
Korat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Korats
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store