kindled
kindled
kɪndld
kindld
kindred

Ορισμός και σημασία του "kindled"στα αγγλικά

01

ανάφλεκτος, φλεγόμενος

describing something that has been ignited or set on fire 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most kindled
συγκριτικός βαθμός
more kindled
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
fire, state, objects
Παραδείγματα
The kindled logs crackled and sparked in the fireplace. 

Τα ανάμμενα κούτσουρα τρίζαν και έβγαζαν σπίθες στο τζάκι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

enkindled
unkindled
kindled
kindle
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store