to keep off
keep
ki:p
kip
off
ɒf
of

Ορισμός και σημασία του "keep off"στα αγγλικά

to keep off
01

μην εισέρχεστε, αποφεύγετε να περπατάτε πάνω

to avoid entering or walking onto a specific area or surface 
to keep off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
keep
ενεστώτας
keep off
γ΄ ενικό πρόσωπο
keeps off
ενεστώτα μετοχή
keeping off
απλός αόριστος
kept off
παθητική μετοχή
kept off
Παραδείγματα
Please keep off the construction site for your safety. 

Παρακαλώ απομακρυνθείτε από το εργοτάξιο για την ασφάλειά σας.

02

αποφεύγω, απέχω από

to refrain from consuming or or indulging in something, often for health or lifestyle reasons 
Παραδείγματα
I kept off sugary snacks during my weight loss journey. 

Απέφυγα τα σνακ με ζάχαρη κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μου για απώλεια βάρους.

03

κρατώ μακριά, αποτρέπω την προσέγγιση

to prevent someone or something from touching, coming close, or interacting with somebody or something else 
Παραδείγματα
She uses repellent to keep off mosquitoes while camping. 

Χρησιμοποιεί απωθητικό για να κρατάει μακριά τα κουνούπια ενώ κατασκηνώνει.

04

κρατιέμαι μακριά, δεν πέφτει

(of rain, snow, etc.) to not fall or affect a specific area 
Παραδείγματα
The forecast says the rain will keep off, so the outdoor event should be fine. 

Η πρόγνωση λέει ότι η βροχή θα μείνει μακριά, οπότε η εκδήλωση σε εξωτερικό χώρο θα είναι εντάξει.

05

αποφεύγω, δεν αναφέρω

to avoid discussing or mentioning a particular topic 
Παραδείγματα
It's best to keep off personal matters during the business meeting. 

Είναι καλύτερα να αποφεύγετε τα προσωπικά θέματα κατά τη διάρκεια της επιχειρηματικής συνάντησης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store