justly
just
ˈʤʌst
jast
ly
li
li
robustly

Ορισμός και σημασία του "justly"στα αγγλικά

01

δίκαια, με καλό λόγο

with fairness and good reason 
justly definition and meaning
Παραδείγματα
The judge justly awarded the contract to the most qualified candidate. 

Ο δικαστής δίκαια απένειμε τη σύμβαση στον πιο κατάλληλο υποψήφιο.

02

δίκαια, ικανοποιητικά

in accordance with justice or moral rightness 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The judge ruled justly, considering all evidence before making a decision. 

Ο δικαστής έκρινε δίκαια, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία πριν λάβει απόφαση.

2.1

δίκαια, αξιοκρατικά

in a way that is merited or earned 
Παραδείγματα
He justly received recognition for his contributions. 

Αυτός δικαίως έλαβε αναγνώριση για τις συνεισφορές του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store