justly
just
ˈʤəst
τζαστ
ly
li
λι
/d‍ʒˈʌstli/

Ορισμός και σημασία του "justly"στα αγγλικά

01

δίκαια, με καλό λόγο

with fairness and good reason
justly definition and meaning
Παραδείγματα
The hero was justly celebrated for saving the community.
Ο ήρωας δικαίως τιμήθηκε για τη διάσωση της κοινότητας.
02

δίκαια, ικανοποιητικά

in accordance with justice or moral rightness
Παραδείγματα
He justly earned praise for his honest efforts.
Δικαίως κέρδισε επαίνους για τις ειλικρινείς προσπάθειές του.
2.1

δίκαια, αξιοκρατικά

in a way that is merited or earned
Παραδείγματα
They were justly honored for their service to the community.
Τιμήθηκαν δικαίως για την υπηρεσία τους στην κοινότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store