journey
Pronunciation
/ˈʤɝni/

Ορισμός και σημασία του "journey"στα αγγλικά

01

ταξίδι, διαδρομή

the act of travelling between two or more places, especially when there is a long distance between them
journey definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
journeys
Παραδείγματα
The journey to the summit of the mountain tested their physical endurance and mental resilience.
Το ταξίδι προς την κορυφή του βουνού δοκίμασε τη σωματική τους αντοχή και την ψυχική τους ανθεκτικότητα.
02

ταξίδι, διαδρομή

a process of change or development that happens over time
Παραδείγματα
The journey of healing is different for everyone.
Το ταξίδι της θεραπείας είναι διαφορετικό για τον καθένα.
to journey
01

ταξιδεύω

to travel or go on a trip
Intransitive: to journey somewhere
to journey definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
journey
γ΄ ενικό πρόσωπο
journeys
ενεστώτα μετοχή
journeying
απλός αόριστος
journeyed
παθητική μετοχή
journeyed
Παραδείγματα
As a travel blogger, she constantly journeyed to new destinations.
Ως ταξιδιωτική μπλόγκερ, ταξίδευε συνεχώς σε νέους προορισμούς.
02

ταξιδεύω, διασχίζω

to make a trip across a specific area or along a particular route.
Transitive: to journey an area
Παραδείγματα
The author decided to journey the Silk Road, tracing the historical trade routes.
Ο συγγραφέας αποφάσισε να ταξιδέψει στον Δρόμο του Μεταξιού, ακολουθώντας τις ιστορικές εμπορικές διαδρομές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store