Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Journaling
01
τηρήση ημερολογίου
the act of regularly writing about what one sees, does, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek



























