journaling
Pronunciation
/ˈʤɝːnəlɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "journaling"στα αγγλικά

01

τηρήση ημερολογίου

the act of regularly writing about what one sees, does, etc.
journaling definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store