to jig
jig
ʤɪg
jig
digwigrigzig

Ορισμός και σημασία του "jig"στα αγγλικά

to jig
01

χορεύω ζωηρά, πηδώ

to dance, move, or skip with quick, lively steps 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
jig
γ΄ ενικό πρόσωπο
jigs
ενεστώτα μετοχή
jigging
απλός αόριστος
jigged
παθητική μετοχή
jigged
Παραδείγματα
The group of friends decided to jig around the bonfire, adding a festive atmosphere to the celebration. 

Η ομάδα των φίλων αποφάσισε να χορεύει γύρω από τη φωτιά, προσθέτοντας μια εορταστική ατμόσφαιρα στην γιορτή.

01

ένα τζιγκ, ένας γρήγορος παραδοσιακός χορός

a fast traditional dance with bouncy steps, especially from Irish and Scottish folk culture. 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jigs
Παραδείγματα
She danced a lively Irish jig at the festival. 

Χόρεψε ένα ζωηρό ιρλανδικό τζιγκ στο φεστιβάλ.

02

καλούπι καθοδήγησης, συσκευή καθοδήγησης

a device that holds a workpiece in place and guides tools during machining or assembly 
Παραδείγματα
The machinist used a jig to drill perfectly aligned holes. 

Ο μηχανικός χρησιμοποίησε ένα καλούπι για να τρυπήσει οπές τέλεια ευθυγραμμισμένες.

03

δελεασμός ψαρέματος με κάθετη κίνηση, τζιγκ

a type of fishing lure, often weighted and equipped with hooks, jerked up and down to attract fish 
Παραδείγματα
He caught a bass using a shiny metal jig. 

Έπιασε έναν πέρκα χρησιμοποιώντας ένα λαμπερό μεταλλικό τζιγκ.

04

τζιγκ, ζωηρό τζιγκ

a lively musical composition in triple rhythm, historically popular 
Παραδείγματα
He tapped his feet to the lively jig played on the violin. 

Χτυπούσε τα πόδια του στο ζωηρό τζιγκ που παιζόταν στο βιολί.

Λεξικό Δέντρο

jigger
jigging
rejig
jig
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store