Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
absorbed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most absorbed
συγκριτικός βαθμός
more absorbed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was so absorbed in her book that she didn't notice the time passing and missed her bus stop.
Ήταν τόσο απορροφημένη από το βιβλίο της που δεν πρόσεξε τον χρόνο που περνούσε και έχασε τη στάση του λεωφορείου της.
02
απορροφημένος, διαποτισμένος
taken in and held, often without conscious processing or reflection
Παραδείγματα
The absorbed moisture made the cloth heavy.
Η απορροφημένη υγρασία έκανε το ύφασμα βαρύ.
Λεξικό Δέντρο
absorbed
absorb



























