juristjuxtaposition
από 6
juristjuxtaposition
jurist[n]

νομικός,νομικός λόγιος

juror[n]

ένορκος,μέλος κριτικής επιτροπής

jury[n]

σώμα ενόρκων,πάνελ ενόρκων

jury duty[n]

καθήκον ενόρκου,υπηρεσία ενόρκου

just[adj][adv]

δίκαιος,όρθιος • ακριβώς,ακριβώς έτσι

just about[adv]

σχεδόν,λίγο πριν

just as[adv]

ακριβώς όταν,την ίδια στιγμή που

just in case[adv]

για κάθε ενδεχόμενο,αν παραστεί ανάγκη

just in time[adv][n]

ακριβώς εγκαίρως,τη τελευταία στιγμή • ακριβώς εγκαίρως,στη σωστή στιγμή

just now[adv]

μόλις τώρα,πριν λίγο

just what the doctor ordered[phrase]

ακριβώς ό

justice[n]

δικαιοσύνη

justiciary[n]

η διοίκηση της δικαιοσύνης,το δικαστικό μηχανισμό

justifiable[adj]

δικαιολογημένος,υπερασπίσιμος

justifiably[adv]

δικαιολογημένα, λογικά

justification[n]

δικαιολόγηση

justified[adj]

δικαιολογημένος,ευνόητος

justifiedly[adv]

δικαιολογημένα, ειλικρινά

justify[v]

δικαιολογώ,υπερασπίζομαι

justly[adv]

δίκαια,ικανοποιητικά

justness[n]

ορθότητα

jut[n][v]

προεξοχή,προβολή • προεξέχω,ξεχωλίζω

jut out[v]

προεξέχω,ξεχωλίζω

jutting[adj][n]

προεξέχων,εμφανής • προεξοχή,εξοχή

juul[n]

Juul,ηλεκτρονικό τσιγάρο Juul

juvenile[adj][n]

νεανικός • ανήλικος,νέος

juvenile delinquent[n]

νεαρός παραβάτης,ανήλικος παραβάτης

juxtapose[v]

παραθέτω,τοποθετώ δίπλα-δίπλα

juxtaposition[n]

παράθεση,αντίθεση

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή