jury
jury
ʤʊəri
jueri
furyventurimercouri

Ορισμός και σημασία του "jury"στα αγγλικά

01

σώμα ενόρκων, πάνελ ενόρκων

a group of twelve citizens, who listen to the details of a case in the court of law in order to decide the guiltiness or innocence of a defendant 
jury definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
juries
Παραδείγματα
The jury deliberated for several hours before reaching a unanimous verdict. 

Η ορκωτή επιτροπή συζήτησε για αρκετές ώρες πριν καταλήξει σε μια ομόφωνη απόφαση.

02

κριτική επιτροπή, επιτροπή αξιολόγησης

a group of people officially appointed to evaluate and decide the outcome of a competition 
Παραδείγματα
The jury awarded first prize to the best performance. 

Η κριτική επιτροπή απένειμε το πρώτο βραβείο στην καλύτερη παράσταση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store