Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Jurisprudence
01
νομολογία, επιστήμη του δικαίου
the study of the principles or philosophy of law
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
νομολογία, επιστήμη του δικαίου
the collection of rules imposed by authority
Λεξικό Δέντρο
jurisprudential
jurisprudence



























