jurisprudence
jurisprudence
ʤʊərɪspru:dəns
τζουερισπρουντανσ
imprudenceprudence

Ορισμός και σημασία του "jurisprudence"στα αγγλικά

01

νομολογία, επιστήμη του δικαίου

the study of the principles or philosophy of law 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02

νομολογία, επιστήμη του δικαίου

the collection of rules imposed by authority 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

jurisprudential
jurisprudence
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store