platzen
platzen
plat͡sn
platsn

Ορισμός και σημασία του "platzen"στα γερμανικά

platzen
01

σκάω

Plötzlich kaputtgehen 
platzen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
platze
γ΄ ενικό πρόσωπο
platzt
ενεστώτα μετοχή
platzend
απλός αόριστος
platzte
παθητική μετοχή
geplatzt
Παραδείγματα
Der Luftballon platzte laut. 

Το μπαλόνι έσκασε δυνατά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store